εφημοσύνη

ἐφημοσύνη, ἡ (Α) [εφίημι]
εντολή, διαταγή, παραίνεση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐφημοσύνη — command fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃ — ἐφημοσύνη command fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύναις — ἐφημοσύνη command fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύναισι — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνην — ἐφημοσύνη command fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνης — ἐφημοσύνη command fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃς — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃσι — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃσιν — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνᾳ — ἐφημοσύναι , ἐφημοσύνη command fem nom/voc pl ἐφημοσύνᾱͅ , ἐφημοσύνη command fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.